όμορφα λόγια άλλων

βρες το δικό σου μοναπάτι, βρες ποιος είσαι

Dusan B. Hadnadjev Portraits

Τη μέρα εκείνη ο Σινκλέρ σηκώθηκε, όπως πάντα, στις εφτά τo πρωί. Όπως κάθε μέρα, σύρθηκε με τις παντούφλες του ώς το μπάνιο και, ύστερα από ένα ντους, ξυρίστηκε και αρωματίστηκε. Ντύθηκε με ρούχα της μόδας, όπως συνήθιζε, και κατέβηκε στην είσοδο να πάρει την αλληλογραφία του. Εκεί ένιωσε τη πρώτη έκ­πληξη της ημέρας. Δεν υπήρχαν γράμματα!

Τα τελευταία χρόνια η αλληλογραφία του αυξανόταν διαρκώς, και ήταν σημαντικός παράγοντας για την επαφή του με τον κόσμο. Λίγο κακόκεφος με την είδηση της απουσίας ειδήσεων, έφαγε βιαστικά το συνηθισμένο του πρόγευμα με γάλα και δημητριακά (όπως συνιστούσαν οι γιατροί) και βγήκε στο δρόμο.

Όλα ήταν όπως πάντα: τα συνηθισμένα οχήματα κυκλοφο­ρούσαν στους ίδιους δρόμους και παρήγαγαν τον ίδιο θόρυβο της πόλης που γκρίνιαζε — όπως κάθε μέρα. Διασχίζοντας την πλατεία, έπεσε σχεδόν πάνω στον καθηγητή Εξέρ, έναν παλιό του γνωστό. Συχνά περνούσαν πολλές ώρες μαζί κουβεντιάζοντας άχρηστα μεταφυσικά θέματα. Τον φώναξε με το όνομα του αλλά είχε πια απομακρυνθεί, κι ο Σινκλέρ σκέφτηκε ότι μάλλον δεν θα τον είχε ακούσει. Η μέρα είχε αρχίσει άσχημα και φαινόταν να χει­ροτερεύει με την ανία να απειλεί τη διάθεση του. Αποφάσισε να επιστρέψει στο σπίτι, στο διάβασμα και την έρευνα, και να περιμένει τα γράμματα που σίγουρα θα έφταναν πολλαπλάσια, για να αντισταθμίσουν την πρωινή έλλειψη.

Εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε καλά και ξύπνησε πολύ νω­ρίς. Κατέβηκε, και ενώ έτρωγε το πρωινό του άρχισε να παρα­κολουθεί από το παράθυρο πότε θα έρθει ο ταχυδρόμος. Όταν, τελικά, τον είδε να στρίβει στη γωνία, η καρδιά του χοροπήδησε. Ωστόσο, ο ταχυδρόμος πέρασε μπροστά από το σπίτι του χωρίς να σταθεί. Ο Σινκλέρ βγήκε και τον φώναξε για να βεβαιωθεί ότι δεν υπήρχαν γράμματα γι’ αυτόν. Ο ταχυδρόμος τον διαβεβαίω­σε ότι δεν είχε τίποτα στο σάκο του για το σπίτι εκείνο κι ότι δεν υπήρχε καμία απεργία στα ταχυδρομεία, ούτε προβλήματα στη διανομή της αλληλογραφίας.

Αντί να τον καθησυχάσει, αυτό τον ανησύχησε ακόμα περισ­σότερο. Κάτι συνέβαινε κι έπρεπε να βρει τι. Φόρεσε ένα σακάκι και πήγε στο σπίτι του φίλου του, του Μάριο.

Μόλις έφτασε, είπε στον μπάτλερ να τον αναγγείλει και πε­ρίμενε στο σαλόνι. Ο φίλος του δεν άργησε να φανεί. Ο Σινκλέρ πήγε να τον αγκαλιάσει, όμως, εκείνος περιορίστηκε να ρωτήσει:

«Συγνώμη, κύριε, γνωριζόμαστε;»

Ο άνθρωπος νόμισε ότι πρόκειται γι’ αστείο και γέλασε με το ζόρι ζητώντας από το φίλο του να του βάλει ένα ποτό. Το απο­τέλεσμα ήταν τρομακτικό. Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού κάλεσε τον μπάτλερ και τον πρόσταξε να πετάξει έξω τον άγνωστο. Ο Σιν­κλέρ τότε παραφρόνησε κι άρχισε να φωνάζει και να βρίζει, προ­καλώντας ακόμα περισσότερο τον γεροδεμένο υπηρέτη που τον έσπρωξε με βία στο δρόμο…

Πηγαίνοντας προς το σπίτι του συνάντησε διάφορους γείτο­νες που τον αγνόησαν ή του φέρθηκαν σαν να μην τον γνώριζαν.

Μια ιδέα του σφηνώθηκε στο μυαλό: υπήρχε κάποια συ­νωμοσία εναντίον του κι αυτός είχε διαπράξει κάποιο περίεργο λάθος ενάντια στην κοινωνία που τώρα τον απέρριπτε, ενώ πριν από λίγες ώρες τον εκτιμούσε. Ωστόσο, όσο κι αν συλλογιζόταν, δεν μπορούσε να θυμηθεί κανένα γεγονός που να μπορούσε να θεωρηθεί προσβλητικό, πόσο μάλλον κάτι που να είχε ενοχλήσει ολόκληρη την πόλη.

Άλλες δύο μέρες έμεινε στο σπίτι του περιμένοντας την αλ­ληλογραφία που δεν έφτασε. Λαχταρούσε την επίσκεψη κάποιου φίλου του που, παραξενεμένος από την απουσία του, θα του χτυ­πούσε την πόρτα για να μάθει τι κάνει. Τίποτα, όμως, δεν συνέβη. Κανένας δεν ήρθε στο σπίτι του. Η καθαρίστρια έλειψε δίχως να τον ειδοποιήσει και το τηλέφωνο του έπαψε να λειτουργεί.

Ενθαρρυμένος από ένα ποτηράκι παραπάνω, την πέμπτη νύχτα ο Σινκλέρ αποφάσισε να πάει στο μπαρ όπου συναντούσε πάντοτε τους φίλους του για να πουν τις καθημερινές ανοησίες. Μόλις μπήκε τους είδε, όπως πάντα, στο τραπέζι της γωνίας που τους άρεσε. Ο χοντρός Χανς έλεγε το ίδιο καλαμπούρι κι οι άλλοι γελούσαν, όπως συνήθως. Ο Σινκλέρ πήρε μια καρέκλα και κάθι­σε. Αμέσως, έπεσε νεκρική σιγή που δήλωνε πόσο ανεπιθύμητος ήταν ο νεοφερμένος. Ο Σινκλέρ δεν άντεξε άλλο.

«Μπορώ να μάθω τι έχετε πάθει όλοι μαζί μου; Αν έκανα κάτι που σας ενόχλησε, ας μου το πείτε επιτέλους για να τελειώνουμε. Μη μου φέρεστε όμως έτσι, γιατί κοντεύω να τρελαθώ.»

Οι άλλοι κοιτάχτηκαν. Άλλοι γελούσαν κι άλλοι είχαν θυμώ­σει. Ο ένας έβγαλε διάγνωση για τον νεοφερμένο στηρίζοντας το δείκτη του στα μηνίγγια του. Ο Σινκλέρ ζήτησε πάλι μια εξήγηση, ύστερα παρακάλεσε, και τέλος έπεσε στο πάτωμα ικετεύοντας να του πουν γιατί του τα έκαναν όλα αυτά.

Μόνο ένας αποφάσισε να του απευθύνει το λόγο:

«Κύριε, κανένας από εμάς δεν σας γνωρίζει. Δεν μας έχετε κάνει τίποτα. Αλήθεια, ούτε που ξέρουμε ποιος είστε.»

Τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια του και βγήκε από το μαγαζί. Έσυρε το κορμί του ώς το σπίτι του. Κάθε του πόδι ζύγιζε έναν τόνο.

Έφτασε στην κάμαρα του κι έπεσε στο κρεβάτι. Χωρίς να ξέ­ρει ούτε γιατί ούτε πώς, έγινε ένας ξένος, ένας απών. Δεν υπήρχε πια στις ατζέντες των ανθρώπων με τους οποίους αλληλογρα­φούσε, είχε σβηστεί από τη μνήμη των γνωστών του κι είχε χάσει τους φίλους του. Στο μυαλό του κυριαρχούσε μια σκέψη σαν σφυ-ροκόπημα: ήταν η ερώτηση που του έκαναν οι άλλοι κι άρχιζε να κάνει και ο ίδιος: «Ποιος είσαι;»

Ήξερε, αλήθεια, να απαντήσει στην ερώτηση αυτή; Γνώριζε το όνομα του, τη διεύθυνση του, τι νούμερο πουκάμισο φορού­σε, τον αριθμό της ταυτότητας του και διάφορα άλλα στοιχεία που τον προσδιόριζαν. Πέρα απ’ αυτό, όμως, ποιος ήταν αληθινά, εσωτερικά και βαθιά; Εκείνες οι προτιμήσεις και συμπεριφορές, οι τάσεις και οι απόψεις, ήταν πράγματι δικές του; Ή, όπως τόσα άλλα, ήταν απλώς μια προσπάθεια να μην απογοητεύσει τους άλ­λους που περίμεναν να είναι όπως ήταν; Κάτι άρχιζε να ξεκαθαρί­ζει μέσα του. Εφόσον ήταν άγνωστος, απελευθερωνόταν από την υποχρέωση να είναι κάτι συγκεκριμένο. Όπως κι αν ήταν, τίποτα δεν θα άλλαζε στην απάντηση που του έδιναν οι άλλοι. Για πρώτη φορά, ύστερα από αρκετές μέρες, ανακάλυψε κάτι που τον ηρέ­μησε. Βρισκόταν σε μια κατάσταση που του επέτρεπε να ενεργεί όπως ήθελε, χωρίς καν να ζητάει την έγκριση του κόσμου.

Πήρε βαθιά ανάσα και ένιωσε λες και νέος αέρας είχε μπει στα πνευμόνια του. Κατάλαβε ότι το αίμα κυκλοφορούσε στις φλέβες του, αντιλήφθηκε το χτύπο της καρδιάς του και ξαφνιά­στηκε που, για πρώτη φορά,

Δεν Ετρεμε.

Τώρα που, επιτέλους, ήξερε ότι ήταν μόνος, όπως ήταν πάντα, ότι είχε μονάχα τον εαυτό του, τώρα μπορούσε να κλάψει ή να γελά­σει… Όμως, για τον εαυτό του, όχι για τους άλλους. Τώρα, επιτέ­λους, το ήξερε:

Η Υπαρξη του Δεν Εξαρτιόταν απο τους Αλλους.

Είχε ανακαλύψει ότι έπρεπε να μείνει ολομόναχος για να μπορέσει να βρει τον εαυτό του…

Κοιμήθηκε ήρεμα και βαθιά κι είδε όμορφα όνειρα.

Ξύπνησε στις δέκα το πρωί, ανακαλύπτοντας ότι μια ηλιαχτί­δα έμπαινε εκείνη την ώρα από το παράθυρο και φώτιζε θαυμά­σια το δωμάτιο του.

Δίχως να κάνει μπάνιο, κατέβηκε τις σκάλες τραγουδώντας ένα τραγούδι που ποτέ δεν είχε ακούσει. Κάτω από την πόρτα κάτι βρήκε. Αναρίθμητα γράμματα που απευθύνονταν σ’ εκείνον.

Η κυρία που καθάριζε βρισκόταν ήδη στην κουζίνα και τον χαιρετούσε σαν να μη συνέβαινε τίποτα.

Και το βράδυ, στο μπαρ, κανένας δεν έδειχνε να θυμάται εκείνη την παράξενη νύχτα τρέλας. Τουλάχιστον, κανένας δεν κα­ταδέχτηκε να κάνει κάποιο σχόλιο.

Όλα είχαν ξαναγίνει φυσιολογικά… εκτός από εκείνον, ευτυχώς, εκείνον, που ποτέ πια δεν θα χρειαζόταν να παρακαλέσει κανέναν άλ­λον να τον κοιτάξει για να μάθει αν ήταν ζωντανός, εκείνον, που ποτέ πια δεν θα ζητούσε από τους άλλους να τον προσσδιορίσουν, εκείνον, που ποτέ πια δεν θα ένιωθε φόβο μήπως τον απορρίψουν.  Όλα ήταν ίδια, εκτός από αυτόν τον άνθρωπο που ποτέ πια δεν θα ξεχνούσε ποιος ήταν.

(απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάϊ «Να σου πω μια ιστορία», εκδόσεις Opera 2008)

Φωτογραφία: Dusan B. Hadnadjev

στόχος και πορεία

Υπάρχει διαφορά μεταξύ των λέξεων στόχος και πορεία και ο καλύτερος τρόπος για να την αναλύσουμε είναι μέσω της παρακάτω ιστορίας :

«Πάει κάποιος μια μέρα στη θάλασσα για να κάνει μια βόλτα με το ιστιοφόρο του και, ξαφνικά, ξεσπά μια δυνατή καταιγίδα και παρασύρει ανεξέλεγκτα το σκάφος του στ’ ανοιχτά. Μες την καταιγίδα, ο άνθρωπος δεν βλέπει προς τα πού πάει το ιστιοφόρο. Με κίνδυνο να γλιστρήσει και να πέσει από το κατάστρωμα, ρίχνει την άγκυρα για να μη συνεχίσει να τον παρασύρει ο άνεμος, και καταφεύγει στην καμπίνα του μέχρι να κοπάσει λίγο η καταιγίδα. Όταν πέφτει ο αέρας, βγαίνει ο άντρας από το καταφύγιό του και επιθεωρεί το σκάφος από την πρύμνη ως την πλώρη. Το εξετάζει σπιθαμή προς σπιθαμή, και με χαρά διαπιστώνει ότι το σκάφος είναι ανέπαφο. Η μηχανή δουλεύει μια χαρά, το κύτος δεν έχει υποστεί την παραμικρή ζημιά, τα πανιά είναι άθικτα, το πόσιμο νερό δεν έχει χυθεί και το τιμόνι λειτουργεί σαν καινούργιο.

Ο ιστιοπλόος χαμογελά και σηκώνει το βλέμμα του με την πρόθεση να ξεκινήσει το ταξίδι της επιστροφής προς το λιμάνι. Κοιτάζει ψηλά ένα γύρω προς όλες τις κατευθύνσεις, αλλά παντού βλέπει μόνο θάλασσα. Συνειδητοποιεί πως η θύελλα τον έχει παρασύρει μακριά από την ακτή κι έχει χαθεί.

Αρχίζει ν΄ απελπίζεται και να αγχώνεται.

Όπως συμβαίνει σε κάποιους ανθρώπους σε στιγμές υπερβολικά δυσάρεστες, ο άντρας αρχίζει να κλαίει και να παραπονιέται φωναχτά:

“Είμαι χαμένος, είμαι χαμένος…τι θ΄ απογίνω…”

Και ενθυμούμενος ότι είναι ένας άνθρωπος με θρησκευτική παιδεία – όπως συμβαίνει μερικές φορές, δυστυχώς μόνο σε τέτοιες στιγμές – , λέει:

“Θεέ μου, είμαι χαμένος, βοήθησέ με Θεέ μου, είμαι χαμένος…”

Αν και μπορεί να φανεί ψέμα, γίνεται ένα θαύμα σ΄ αυτή την ιστορία: ανοίγει ο ουρανός, εμφανίζεται ένας διάφανος κύκλος ανάμεσα στα σύννεφα, περνάει μια ακτίνα ήλιου, όπως στις ταινίες, και ακούγεται μια βαθιά φωνή (του Θεού;) που λέει:

“Τι σου συμβαίνει;”

Μπροστά στο θαύμα ο άντρας γονατίζει και παρακαλεί:

“Είμαι χαμένος, δεν ξέρω πού βρίσκομαι, είμαι χαμένος, φώτισέ με, Κύριε. Πες μου, πού βρίσκομαι…Κύριε; Πού βρίσκομαι;”

Εκείνη τη στιγμή η φωνή, απαντώντας στην απελπισμένη παράκληση, λέει:

“Βρίσκεσαι σε γεωγραφικό πλάτος 38 μοίρες νότια, γεωγραφικό μήκος 29 μοίρες δυτικά” κι αμέσως κλείνει ο ουρανός.

“Ευχαριστώ, ευχαριστώ…” λέει ο άντρας.

Μόλις όμως περνάει η πρώτη χαρά, το σκέφτεται λιγάκι και ξαναρχίζει να κλαίγεται ανήσυχος:

“Είμαι χαμένος, είμαι χαμένος…”

Συνειδητοποιεί ότι, ακόμα κι αν ξέρει πού βρίσκεται, πάλι χαμένος είναι. Γιατί το να ξέρεις που βρίσκεσαι, δεν σου λέει τίποτα για να πάψεις να είσαι χαμένος.

Ο ουρανός ανοίγει ακόμη μια φορά:

“Μα, τι σου συμβαίνει επιτέλους;”

“Να, στην πραγματικότητα δεν με εξυπηρετεί σε τίποτα να ξέρω πού βρίσκομαι… Αυτό που θέλω να ξέρω είναι πού πάω. Σε τι ωφελεί να ξέρω πού βρίσκομαι αν δεν ξέρω πού πάω; Αυτό που με κάνει να είμαι χαμένος είναι ότι δεν ξέρω πού πάω.”

“Ωραία”, λέει η φωνή, “πας στο Μπουένος ΆΙρες” και αρχίζει πάλι να κλείνει ο ουρανός.

Τότε, πιο γρήγορα τώρα, πριν προλάβει να κλείσει τελείως ο ουρανός, λέει ο άντρας:

“Είμαι χαμένος, Θεέ μου, είμαι χαμένος και απελπισμένος…!”

Ανοίγει ο ουρανός για τρίτη φορά:

“Τι τρέχει πάλι;”

“Να…εγώ, ξέροντας πού βρίσκομαι και ξέροντας πού πάω, συνεχίζω να είμαι χαμένος όπως και πριν, γιατί στην πραγματικότητα δεν ξέρω καν πού βρίσκεται το μέρος όπου πάω!”

Η φωνή απαντάει:

“Το Μπουένος Άϊρες είναι 38 μοίρες….”

“Όχι, όχι, όχι!” αναφωνεί ο άντρας. “Είμαι χαμένος, είμαι χαμένος…Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημα; Συνειδητοποιώ ότι δεν φτάνει να ξέρω πού βρίσκομαι και πού πάω. Χρειάζεται να ξέρω ποιος είναι ο δρόμος για να φτάσω εκεί. Χρειάζομαι τον δρόμο

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, πέφτει από τον ουρανό μια περγαμηνή δεμένη με μια κορδέλα.

Την ανοίγει ο άντρας και βλέπει έναν ναυτικό χάρτη. Επάνω αριστερά αναβοσβήνει ένα κόκκινο σημείο και από κάτω λέει:

“Βρίσκεστε εδώ.”

Και κάτω δεξιά, ένα γαλάζιο σημείο γράφει:

“Μπουένος Άϊρες “.

Με χρώμα φούξια φωσφορίζον, ο χάρτης δείχνει μια πορεία με πολλές ενδείξεις:

Δίνη…

Ύφαλος…

Βράχια…

Και, φυσικά, σημειώνει την πλεύση που πρέπει να ακολουθήσει ο ήρωάς μας για να φτάσει στον προορισμό του.

Επιτέλους, ο άντρας είναι ευχαριστημένος. Γονατίζει, κάνει το σταυρό του και λέει:

“Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου…”

Ο άπειρος και άτυχος ήρωάς μας

Κοιτάζει τον χάρτη…

Βάζει μπροστά τη μηχανή…

Σηκώνει τα πανιά…

Κοιτάζει ολόγυρα…

Και λέει:

“Είμαι χαμένος, είμαι χαμένος!” »

 

Ασφαλώς.

Ο κακομοίρης, συνεχίζει να είναι χαμένος.

Όπου κι αν κοιτάξει, παντού υπάρχει μόνο νερό, κι όλες μαζί οι πληροφορίες που έχει δεν του χρησιμεύουν σε τίποτα, αφού δεν ξέρει από πού ν΄ αρχίσει το ταξίδι.

Σ΄ αυτήν την ιστορία ο άντρας βλέπει πού βρίσκεται, ξέρει ποιος είναι ο προορισμός του, γνωρίζει τον δρόμο  που συνδέει το σημείο που βρίσκεται με το μέρος που πηγαίνει, κι εντούτοις, κάτι του λείπει για να πάψει να είναι χαμένος.

Τι είναι αυτό που του λείπει;

Να ξέρει προς τα πού πάει.

Τι θα έκανε ο  κυβερνήτης ενός πλοίου για να καθορίσει την πορεία του;

Θα κοίταζε μια πυξίδα. Γιατί μόνο μια πυξίδα μπορεί να του δώσει αυτή την πληροφορία.

Τώρα που ξέρει πού βρίσκεται, ξέρει πού πάει κι έχει και τον χάρτη που τον κατευθύνει, τώρα, του λείπει η πυξίδα. Γιατί αν δεν έχει πυξίδα, με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να ξέρει προς ποια κατεύθυνση θα κινηθεί.

Άλλο πράγμα η πορεία και άλλο ο στόχος, ο προορισμός.

Ο στόχος είναι το σημείο άφιξης, ο δρόμος είναι το πώς θα φτάσεις. Η πορεία είναι η γραμμή, η κατεύθυνση. Η κατεύθυνση είναι απαραίτητη, έστω κι αν το μόνο που μπορεί να σου προσφέρει είναι να ξέρεις πού πέφτει ο βορράς. Αν καταλαβαίνει κανείς τη διαφορά μεταξύ πορείας και στόχου, αρχίζει να ξεκαθαρίζει πολλά πράγματα.

Ευτυχία είναι, η ικανοποίηση να ξέρεις ότι είσαι στον σωστό δρόμο.

Ευτυχία είναι η εσωτερική ηρεμία που νοιώθει αυτός που ξέρει προς τα πού πάει η ζωή του.

Ευτυχία είναι η σιγουριά ότι δεν είσαι χαμένος.

Στην καθημερινή μας ζωή, οι στόχοι είναι τα λιμάνια όπου πρέπει να φτάσουμε, ο δρόμος είναι τα βοηθήματα που έχουμε στη διάθεσή μας για να τα καταφέρουμε, και τον χάρτη μας θα τον προσφέρει η πείρα.

Δεν αμφιβάλλω ότι έχει σημασία να ξέρουμε πού βρισκόμαστε. Ωστόσο…χωρίς κατεύθυνση δεν υπάρχει δρόμος.

Είναι πιθανό, όταν βρίσκεται κανείς κοντά στον στόχο, να αισθάνεται ότι δεν είναι πια χαμένος. Όμως, αυτή η σιγουριά δημιουργεί δύο προβλήματα:

  1. Πρέπει να περιορίζω την επιλογή μου αποκλειστικά στους στόχους που διαγράφονται μπροστά μου.
  2. (και το πιο σοβαρό…) Τι γίνεται αφότου έχω φτάσει στον στόχο μου, ευτυχισμένος, ολοκληρωμένος, νοιώθοντας θαυμάσια και σε πλήρη αρμονία με τον εαυτό μου; Τι γίνεται τη στιγμή που ακολουθεί την πληρότητα;

Γιατί θα πρέπει να προσπαθήσω να βρω άλλον στόχο, και να θυμάμαι ότι κι αυτός θα πρέπει να είναι μέσα στα γνωστά πλαίσια, αλλιώς πάλι θα χαθώ.

Η στρατηγική σύμφωνα  με την οποία πρέπει να ανανεώνω συνεχώς τους στόχους μου για να αισθάνομαι ευτυχισμένος, πάντα αναγκασμένος να αποδιώχνω τον τερματισμό των προσπαθειών μου μόνο και μόνο για να συνεχίζω να βαδίζω, η ανάγκη να εφευρίσκω μόνο κοντινούς προορισμούς για να μην τυχόν και χαθώ στο δρόμο, όλο αυτό εμένα μου φαίνεται ένα υπερβολικά βαρύ φορτίο.

Επαναλαμβάνω: αν η ευτυχία μου προϋποθέτει να μην αισθανθώ ποτέ χαμένος, κι αν το τίμημα που πρέπει να καταβάλλω για να νοιώθω ευτυχής με εξαναγκάζει να κινούμαι πάντα σε κοντινές περιοχές, εγώ βρίσκω ότι κοστίζει υπερβολικά ακριβά.

Μεγαλώνω σημαίνει επεκτείνω τα όρια.

Σημαίνει να φτάνω κάθε φορά και πιο πέρα.

Πως θα μεγαλώσω αν ζω περιορισμένος στα γνωστά, από φόβο μήπως χαθώ;

Το θέμα λοιπόν είναι να ξέρουμε την πορεία.

Το θέμα δεν είναι να ξέρω πού πάω, δεν είναι πόσο κοντά βρίσκομαι ούτε ν΄ ανακαλύψω τι πρέπει να κάνω για να φτάσω στον στόχο.

Το θέμα είναι ότι ακόμη κι αν ο περιβάλλον χώρος δεν μου επιτρέπει να δω την ακτή, αν εγώ ξέρω πού πάω, δεν με ενδιαφέρει ποτέ το μέρος που θα φτάσω, αλλά η κατεύθυνση την οποία ακολουθώ.

Στην περίπτωση των στόχων, ποτέ δεν ξέρω αν βαδίζω σωστά, όσο αυτοί δεν βρίσκονται μέσα στο οπτικό μου πεδίο.

Όταν ξέρω την πορεία, δεν με ενδιαφέρει πια αν θα φτάσω στο τέρμα. Είναι δυνατόν να μην είμαι χαμένος και να μη με νοιάζει το άμεσο αποτέλεσμα.

Κι αν εξαιρέσουμε τη ματαιοδοξία, αυτό είναι όφελος.

Αν για την ευτυχία μετρούσε ο προορισμός, τότε θα ήταν εξαρτημένη από τη στιγμή της άφιξης.

Αντίθετα, αν εξαρτάται από την αναζήτηση της πορείας, το μόνο που ενδιαφέρει είναι να βαδίζω στον δρόμο, κι ο δρόμος αυτός να είναι ο σωστός.

Ο σωστός δρόμος είναι εκείνος που ευθυγραμμίζεται με την πορεία που δείχνει η πυξίδα.

Όταν ο δρόμος προσανατολίζεται σύμφωνα με την κατεύθυνση που δίνω στη ζωή μου, τότε είμαι στο σωστό δρόμο.

Προσέξτε όμως, δεν υπάρχει μόνο ένας σωστός δρόμος, όπως ακριβώς δεν υπάρχει μόνο ένα μονοπάτι που πάει προς το βορρά. Σωστό είναι και το ένα, αλλά και το άλλο, και το άλλο…και το άλλο…

 

Όλοι οι δρόμοι είναι σωστοί, αν πηγαίνουν στη σωστή κατεύθυνση.

Μπορώ να επιλέξω οποιονδήποτε δρόμο και κάνει το ίδιο. Αφού η πορεία συμπίπτει με τον δρόμο, η αίσθησή μου είναι πως δεν είμαι χαμένος.

Στη ζωή, την πορεία την διαγράφει η κατεύθυνση που ο καθένας αποφασίζει να δώσει στην ύπαρξή του.

Και η πυξίδα καταφέρνει ν΄ απαντήσει στην απλή ερώτηση:

Προς τι ζω;

Όχι γιατί αλλά προς τι.

Όχι πώς αλλά προς τι.

Όχι με ποιον αλλά προς τι.

Όχι από τι αλλά προς τι.

Η ερώτηση είναι προσωπική. Το θέμα δεν είναι να απαντήσεις προς τι ζει ο άνθρωπος, προς τι υπάρχει η ανθρωπότητα, προς τι έζησαν οι γονείς σου ούτε τι νόημα έχει η ζωή των ανήθικων.

Το θέμα είναι Η ΖΩΗ ΣΟΥ.

Τι νόημα έχει η ζωή σου;

Αν μπορείς ν΄ απαντήσεις με ειλικρίνεια σ΄ αυτήν την ερώτηση, σημαίνει ότι έχεις βρει την πυξίδα για το ταξίδι.

(απόσπασμα από το βιβλίο του Jorge Bucay «Ο Δρόμος της Ευτυχίας», Φύλλα Πορείας IV, εκδ. Opera 2011)

 

Φωτογραφία – π. Νικόλαος Katalnikov: Within the temple.

για τους χαμένους θησαυρούς…

Ένας ψαράς κατεβαίνει κάθε νύχτα στην παραλία για να ρίξει τα δίχτυα του. Ξέρει πως όταν βγαίνει ο ήλιος έρχονται τα ψάρια στην παραλία για να φάνε αχιβάδες, γι’ αυτό πάντα ρίχνει τα δίχτυα του πριν ξημερώσει.
Αυτή τη νύχτα, όπως πάει να μπει στο νερό, αισθάνεται το πόδι του να χτυπάει πάνω σε κάτι πολύ σκληρό στον πάτο της θάλασσας.
Το πασπατεύει και βλέπει πως είναι πράγματι κάτι σκληρό, σαν πέτρες, τυλιγμένες σε μία σακούλα.

Εκνευρίζεται και μουρμουρίζει: »Ποιος ηλίθιος πετάει τέτοια πράγματα στην παραλία;» και αμέσως διορθώνει: »στην δική μου παραλία.». Σκύβει λοιπόν, πιάνει τη σακούλα, και τη βγάζει από το νερό.

Είναι θεοσκότεινα… Βγάζει το σουγιά του, ανοίγει τη σακούλα και ψαχουλεύει. έχει κάμποσες πέτρες, μεγάλες σαν πορτοκάλια, βαριές και στρογγυλεμένες.
Ενστικτωδώς παίρνει μία, τη ζυγίζει στο χέρι του και την πετάει με δύναμη στην θάλασσα. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, ακούει τον θόρυβο της πέτρας που βουλιάζει στα βαθιά. Πλουπ! Μετά αρχίζει να τις εκσφενδονίζει δύο δύο και ακούει πλουπ-πλαφ! Διασκεδάζει.. Ακούει τους διαφορετικούς ήχους, πετάει πέτρες, υπολογίζει τον χρόνο που κάνουν να πέσουν στο νερό, και δοκιμάζει και με κλειστά μάτια και συνεχίζει να πετάει τις πέτρες στη θάλασσα.

Μέχρι που βγαίνει ο ήλιος. Ο ψαράς ψαχουλεύει και βρίσκει μονάχα μία πέτρα μέσα στη σακούλα. Ετοιμάζεται λοιπόν να την πετάξει πιο μακριά από τις άλλες, γιατί είναι η τελευταία και έχει βγει ήδη ο ήλιος. Και όπως τεντώνει το χέρι του προς τα πίσω για να τη πετάξει με όλη του την δύναμη, αρχίζει να φωτίζει ο ήλιος και βλέπει στην πέτρα μια χρυσαφένια μεταλλική λάμψη που του τραβάει τη προσοχή.

Η πέτρα αντανακλά τον ήλιο μέσα από τη βρομιά που την καλύπτει. Την τρίβει ο ψαράς και η πέτρα αρχίζει να λάμπει ακόμη πιο πολύ.

Συνειδητοποιεί ότι η πέτρα είναι από καθαρό χρυσάφι. Μια πέτρα από ατόφιο χρυσάφι σε μέγεθος πορτοκαλιού! Η χαρά του σβήνει όμως μόλις σκέφτεται ότι η πέτρα αυτή είναι σίγουρα ίδια με όλες τις άλλες που πέταξε στη θάλασσα. 

Και σκέφτεται: «Τί χαζός που ήμουνα!»

Είχε στα χέρια του μία σακούλα γεμάτη πέτρες από χρυσό και τις πετούσε στη θάλασσα γιατί του άρεσε να ακούει τον ηλίθιο θόρυβο που έκαναν όταν έπεφταν στο νερό. Αρχίζει τότε να οδύρεται, να κλαίει και να θρηνεί.. να λυπάται για τις χαμένες πέτρες.. Και να σκέφτεται πως είναι άτυχος, ένας δυστυχισμένος άνθρωπος.. είναι τρελός, είναι ηλίθιος..

Ο ήλιος έχει πια ανατείλει.

Και ξαφνικά συνειδητοποιεί πως έχει ακόμη την πέτρα… συνειδητοποιεί πως ο ήλιος θα μπορούσε να έχει αργήσει ένα δευτερόλεπτο ακόμη ή εκείνος θα μπορούσε να είχε ρίξει την πέτρα πιο γρήγορα, και τότε δεν θα είχε μάθει ποτέ για τον θησαυρό που έχει τώρα στα χέρια του.
Αντιλαμβάνεται τελικά ότι κατέχει ένα θησαυρό και αυτός ο θησαυρός είναι από μόνος του μια τεράστια περιουσία για έναν φτωχό ψαρά όπως εκείνος. Αντιλαμβάνεται πόσο τυχερός είναι που μπορεί να κρατήσει τον θησαυρό που έχει ακόμη στα χέρια του.

Μακάρι να μπορούσαμε να είμαστε πάντα τόσο σοφοί ώστε να μην κλαίμε για τις πέτρες, τις ευκαιρίες, που απροετοίμαστοι ίσως τις πετάξαμε, τις χαραμίσαμε, τα πράγματα εκείνα που έφερε η θάλασσα και τα πήρε μετά.. Μακάρι να είμαστε έτοιμοι να δούμε την λάμψη στις πέτρες που έχουμε στα χέρια μας και να μπορούμε να τις χαιρόμαστε για την υπόλοιπη ζωή μας.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Jorge Bucay «Ο Δρόμος των Δακρύων», Φύλλα Πορείας ΙΙΙ, εκδ. Opera 2010.

Τα λουλούδια θ΄ ανθίσουν στον κήπο σου,

αλλά αν δεν ανοίξεις το παράθυρο

δεν θα χαρείς ποτέ το άρωμά τους.

Τα χελιδόνια θα ξανάρθουν την Άνοιξη

αλλά αν μείνεις κλεισμένος στο υπόγειο

δεν θα ξέρεις καν πως τελείωσε ο χειμώνας.

Ο ήλιος σίγουρα θα ξαναβγεί αύριο,

αλλά αν δεν σηκώσεις τα μάτια στον ουρανό

οι ακτίνες δεν θα σου φωτίσουν το πρόσωπο.

Αν μείνεις ακίνητος, υπερβολικά ακίνητος

παύεις να είσαι άνθρωπος, γίνεσαι άγαλμα

και η ζωή παύει να κυλάει μέσα σου….. (από το βιβλίο του ιδίου «Ο Δρόμος της Πνευματικότητας», Φύλλα Πορείας V, εκδόσεις Opera, 2014)

(φωτογραφία: Ν. Ψ.)

πορεία θεραπείας: ΙΙ. συ-ζυγία

two01

Ο γάμος είναι μία πορεία πόνου. Η συντροφιά του άνδρα και της γυναίκας ονομάζεται συζυγία, δηλαδή κάτω από τον ίδιο ζυγό σηκώνουν κοινό φορτίο. Ο γάμος είναι συμπόρευση και συγκλήρωση στον πόνο, βεβαίως και στη χαρά. Από τη στιγμή που παντρεύεσαι, να θυμάσαι ότι μπορεί να πονέσεις, μπορεί να υποφέρεις, η ζωή σου θα είναι ένας σταυρός, αλλά ανθισμένος σταυρός. Θα έχει και τις χαρές του και τα χαμόγελά του και τις ομορφιές του. Όταν πάλι περνάς λιακάδες στη ζωή σου, να θυμάσαι τα λουλούδια που κρύβουν ένα σταυρό (όπως π.χ. η παπαρούνα η οποία έχει τέσσερα πέταλα με μαύρη βούλα προς το κέντρο σε σχήμα σταυρού). Έτσι και στη δική σου λιακάδα μπορεί να βγεί ένας σταυρός.

Όταν παντρεύονται δύο άνθρωποι είναι σα να λένε: Μαζί θα προχωρήσουμε, χέρι χέρι, και στα ευχάριστα και στα δυσάρεστα. Θα περάσουμε και ώρες σκοτεινές, ώρες θλίψεων γεμάτες από βάρη, ώρες μονοτονίας. Αλλά μέσα στη βαθειά νύχτα πρέπει να δείχνουμε ότι πιστεύουμε στον ήλιο και στο φως. Ποιος μπορεί να πει ότι δεν περνά δύσκολες στιγμές στη ζωή του; Όμως δεν είναι μικρό πράγμα να ξέρεις ότι στις δύσκολες στιγμές σου, στις αγωνίες σου, στους πειρασμούς σου, θα κρατάς στο χέρι σου ένα άλλο αγαπημένο χέρι.

(Σκέψεις του Γέροντα Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου για το Μυστήριο του Γάμου)

… επειδή η πορεία όλων αυτών των μηνών έπαιρνε φως μέσα από το αγαπημένο χέρι που, τρομαγμένο και κείνο, έσφιγγε συνέχεια το δικό μου χέρι …

… κι επειδή πιο έντονα από ποτέ άλλοτε κατάλαβα την ουσία του «κοινού ποτηρίου» δεκάξι ολόκληρα χρόνια πίσω …

Ακούστε τους Secret Garden στο Half a world away.

(Φωτογραφία: Anastasia Rogachova – «Two»)

πορεία θεραπείας: Ι. ο πόνος στη ζωή μας

Τοιχογραφία της Σταύρωσης από το Μοναστήρι της Studenica στη Σερβία

Τοιχογραφία της Σταύρωσης από το Μοναστήρι της Studenica στη Σερβία

Ο πόνος μπορεί να μας συνδράμει να γίνουμε πιο ανεκτικοί και συμπονετικοί με τους αδελφούς μας και να γνωρίσουμε τον άγνωστο εαυτό μας. Είπαν ορθά πως όποιος έχει υποφέρει πολύ μοιάζει μ΄ εκείνον που γνωρίζει πολλές γλώσσες κι έτσι μπορεί να καταλάβει πολλούς και να τον καταλάβουν πολλοί… Είναι επίσης αλήθεια πως οι πονεμένοι λειαίνονται και αυτοί τελικά έχουν κάτι σημαντικό να πουν ως εμπειρικό και βιωματικό.

Πίσω από κάθε ανθρώπινο πόνο κρύβεται το χέρι του Θεού που ευλογεί. Ο πόνος έτσι μπορεί να γίνει γίνει αφορμή για μια πιο ουσιαστική και βαθειά γνωριμία μας με τον Θεό, μια αφορμή να αναζητήσουμε καρτερικά το κρυμμένο και βαθύ νόημα της επίσκεψής Του. Μια αφορμή να αναπτύξουμε μαζί Του ένα σημαντικό διάλογο, που να αποτελέσει σταθμό στη ζωή μας και να νοηματισθεί όλος ο βίος μας και να λάβει άλλη διάσταση και νέα προοπτική.  Ο πόνος μας ζυγίζει, μας σμιλεύει, μας καλλιεργεί, μας ωριμάζει, μας ωραιοποιεί.

Ο πόνος είναι ένας σταυρός πάνω στον οποίο σταυρώνουμε τα πάθη μας. Μέσα απ΄ αυτή την εκούσια σταύρωση θα αναστηθεί ο αναγεννημένος εαυτός μας. Ο πιστός παραδίδεται ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού. Λέει και εννοεί το «γεννηθήτω το θέλημά Σου» της Κυριακής προσευχής. Η πίστη στον Θεό αποτελεί έναν διάφορο πόνο. Καλείται ο πιστός να απαγκιστρωθεί από το «ίδιον θέλημα», να μεταποιήσει τα πάθη σε αρετές και να μεταμορφώσει τη ζωή του.

Η ανάσταση ακολουθεί πάντα τη σταύρωση. Ο θάνατος μας συνοδεύει στην αιώνια και πανευφρόσυνη ζωή, όπου «ουκ έστι λύπη, πόνος και στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος». Αυτή την άλυπη, άπονη και αγόγγυστη παραδείσια ζωή προγεύεται, κατά τον άγιο Συμεών το Νέο Θεολόγο, ο πιστός που έχει παραδώσει εκούσια όλη του τη ζωή στα χέρια του Χριστού, όπως λέμε σε κάθε Θεία Λειτουργία του σγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου.

Ο πόνος μπορεί να συνδράμει στην νοηματοδότηση της ζωής μας και να αποτελέσει την οδό για την καλλιέργεια μιας ουσιαστικής σχέσης μας με τον ζώντα Χριστό και τα Μυστήρια της Εκκλησίας μας, στην αγκαλιά της οποίας όλοι μας αναπαυόμαστε.

(Μοναχός Μωϋσής Αγιορείτης)

Alexandre Desplat: River Waltz

πού θα χαράξουμε τη γραμμή;

on your palm an endless wonder
lines that speak the truth without a sound
in your eyes awaits the tireless hunger
already looks for prey to run down

so why do we keep up this charade
how do we tell apart the time to leave from the time to wait

what does tomorrow want from me
what does it matter what i see
if it can’t be my design
tell me where do we draw the line

the dance of flames and shadows in the street
make poetry nobody’s ever heard
the weight of lonelinesss stands on your feet
the cage already there around the bird

so why don’t we join the masquerade
before it falls apart before our love becomes insatiate

what does tomorrow want from me
what does it matter what i see
if i can’t choose my own design
tell me where do we draw the line

what does tomorrow want from me
what does it matter what i see
if we all walk behind the blind
tell me where do we draw the line

where’s the cooling wind, where’s the evergreen field
where’s my mother’s open arms, where’s my father lionheart
s’like the sun’s gone down, sleeps in the hallowed ground now
with the autumn’s brown leaves, with the one who never greeves

so why do we keep up this charade
how do we tell apart the time to leave from the time to wait

what does tomorrow want from me
what does it matter what i see
if it can’t be my design
tell me where do we draw the line

what ever tomorrow wants from me
at least i’m here at least i’m free
free to choose to see the sign … this is my line

το σημείο του Σταυρού ας είναι η δική μας γραμμή που θα κρατάει το σκοτάδι μακρυά απ΄ τις καρδιές μας και θα συντονίζει τους παλμούς μας σε μια μονάχα λέξη: ΑΓΑΠΗ!

Στα μισά αυτού του δρόμου που πήραμε περίπου πριν τέσσερις εβδομάδες, ατενίζουμε το Σταυρό και φωτίζουμε τις αγωνίες μας και τις ζωές μας με την ελπίδα της Ανάστασης. Καλή συνέχεια να έχουμε…

Ευχαριστώ ειλικρινά τον αγαπητό φίλο sot, που χάρη σε εκείνον γνώρισα τους poets of the fall, το υπέροχο αυτό γκρουπ από τη Φινλανδία, οι οποίοι με άφησαν άναυδο για τη δυναμική των στίχων τους στα περισσότερα από τα τραγούδια τους.

Το τραγούδι αυτό το αφιερώνω στους πολύ αγαπητούς μου Α&Α που ξέρουν τον τρόπο να μου δείχνουν πού πρέπει να χαράζω τη δική μου τη γραμμή…

Η φωτογραφία είναι του Alexander Shurlakov.